Fifteen Million Merits.

giannisvassilopoulos:

image

Illustration by Francesco Hashitha Moorthy

Η λαχτάρα μου για καλές τηλεοπτικές σειρές διαπερνά όλη μου τη ζωή. Ανά καιρούς ακόμα και την υπερβαίνει. Φαντάζομαι πως, για όσους με πρωτογνώρισαν σε τέτοιες περιόδους, δεν είμαι παρά ένας ενοχλητικός τύπος που, ορμώμενος από μια βαθιά αφέλεια, μια αθεράπευτη παρορμητικότητα, παρεμβαίνει τακτικά στο συλλογισμό του εκάστοτε συνομιλητή του – ακόμα και στις διαλέξεις των καθηγητών – απλώς και μόνο για να παραλληλίσει αυτό που βρίσκεται υπό συζήτηση με κάποια σειρά. Κατά προτίμηση επιστημονικής φαντασίας. Η αλήθεια είναι πως μάλλον καταχρώμαι την ανεκτικότητα όσων εξακολουθούν να μου παραχωρούν τον λόγο. Αν όμως παραδινόμουν πραγματικά σε κάθε σχετική παρόρμηση, θα πλησίαζα μέχρι και τους ανυποψίαστους περαστικούς και θα σχολίαζα κατ’ ανάλογο τρόπο την συμπεριφορά τους, επισημαίνοντας τις ομοιότητες που παρουσιάζουν με χαρακτήρες και σκηνές αγαπημένων μου σειρών.

Αυτές τις μέρες επανέρχεται επίμονα στο νου μου μία σκηνή από το Black Mirror και συγκεκριμένα από το πρώτο επεισόδιο που γράφτηκε για τη σειρά, δια χειρός Charlie Brooker και Kanak Huq, με τίτλο Fifteen Million Merits. Ακολουθώντας τη γενική κατεύθυνση της σειράς, το Fifteen Million Merits ανοίγει το παράθυρο σε μία σύγχρονη Ζώνη του Λυκόφωτος. Ο θεατής μεταφέρεται από το πρώτο κιόλας πλάνο στο κλειστοφοβικό και καταπιεστικό περιβάλλον μιας κοινωνίας, όπου οι άνθρωποι δουλεύουν – κυριολεκτικά – κάνοντας πετάλι πάνω σε στατικά ποδήλατα, με σκοπό την ενεργειακή τροφοδότηση των οθονών που τους περιβάλλουν. Αυτές, με τη σειρά τους, αναπαράγουν διαρκώς ευτελείς εκπομπές και διαφημίσεις. Η μέρα τους ολοκληρώνεται με την επιστροφή τους στα ατομικά τους δωμάτια, που είναι επίσης καλυμμένα με οθόνες και εκπομπές αντίστοιχου περιεχομένου. Σε μια ευθεία αναλογία, όπου τη ζωή μας περιβάλλει η ματαιότητα, εκεί την περιβάλλουν οι οθόνες.

Η ρουτίνα των δούλων αυτής της κοινωνίας – γιατί περί δούλων πρόκειται – συμπληρώνεται με την κατανάλωση τυποποιημένων τροφίμων και την αγορά εικονικών τροποποιήσεων του επίσης εικονικού τους κόσμου. Καμία ουσιαστική επαφή, συγκίνηση ή παρέκκλιση. Η μόνη διέξοδος από τη μιζέρια της καθημερινότητάς τους, προσφέρεται ως υποκατάστατο ζωής από ένα τηλεοπτικό διαγωνισμό ταλέντων, εφάμιλλο των οικείων σε εμάς ριάλιτι. Εκεί στηρίζεται και η άμεση αντίδραση του Bing, πρωταγωνιστή του επεισοδίου, όταν ακούει κατά τύχη την ως τότε άγνωστη σε εκείνον Abi να τραγουδάει. Χωρίς δεύτερη σκέψη, της συστήνεται και αποφασίζει να της χαρίσει ένα εισιτήριο για την οντισιόν του ριάλιτι που, αν και θα του κοστίσει πολλούς μήνες δουλειάς, οπωσδήποτε αξίζει – για τον Bing, η φωνή της Abi είναι η μόνη αλήθεια που του έχει διαθέσει η ζωή.

Παρά τον αρχικό της δισταγμό, η Abi δεν αργεί να δεχτεί το πολύτιμο δώρο του Bing, ο οποίος και τη συνοδεύει περήφανα στην οντισιόν. Ωστόσο, κάθε βήμα προς τη σκηνή, τους καταδύει ακόμα βαθύτερα σε μια σκληρή συνειδητοποίηση. Η κριτική επιτροπή του διαγωνισμού δεν αναζητά ταλέντα, αλλά αντικείμενα προς εκμετάλλευση. Η προσφορά που γίνεται στην Abi δεν αφορά στη δισκογραφία, αλλά στην πορνογραφία, όπου και οι κριτές την διαβεβαιώνουν πως μπορεί να διαπρέψει. Η Abi καλείται να επιλέξει μεταξύ μιας ξεχωριστής μα ξεπουλημένης ζωής, έναντι μιας ζωής βυθισμένης στη ρουτίνα των πολλών. Οι τελευταίοι, θεατές στο μεγάλο της δίλλημα, ξεσπούν σε κραυγές αποδοκιμασίας για την ενδεχόμενη άρνησή της. Η ψυχολογική πίεση που ασκούν επιπλέον οι κριτές, από κοινού με την βίαιη απομάκρυνση του Bing, ως ανασταλτικού παράγοντα στην απόφαση της Abi, συντελούν στην εκβιασμένη συναίνεσή της.

Ο κόσμος του Bing, που μόλις είχε υποδεχτεί τη βλάστηση μιας αλήθειας, καταρρέει. Οι οθόνες ολόγυρά του γεμίζουν με πορνογραφικές ταινίες της Abi κι εκείνος υποχρεούται να τις παρακολουθεί, ξεσπώντας τελικά σε γροθιές πάνω στους τοίχους του δωματίου του. Ένα θραύσμα γυαλιού τού πυροδοτεί την επιθυμία για εκδίκηση. Έπειτα από μήνες ακούραστης δουλειάς, συγκεντρώνει το απαραίτητο ποσό για την αγορά ενός ακόμα εισιτηρίου, που αυτή τη φορά θα χρησιμοποιήσει ο ίδιος. Εφαρμόζοντας επιτυχώς το σχέδιό του, εμφανίζεται ενώπιον των κριτών, τους οποίους και εκπλήσσει. Με μια αιφνιδιαστική κίνηση, φέρνει στο λαιμό του το φυλαγμένο κομμάτι γυαλιού, απειλώντας να αυτοκτονήσει σε ζωντανή μετάδοση, αν δεν του επιτραπεί να μιλήσει ανοιχτά. Οι κριτές του επιστρέφουν τον αιφνιδιασμό, όχι επιτρέποντας, αλλά απαιτώντας την ομιλία του, σαν να πρόκειται για σκετς που έχει βγει εκτός χρόνου.

Αυτό που ακολουθεί είναι η δριμύτατη κριτική του Bing απέναντι στο σύστημα, απέναντι σε αμφότερους τους κριτές που το έχουν διαμορφώσει, αλλά και σε όσους το δέχονται και το συντηρούν. Από μία άποψη πρόκειται για μια δυνατή ομιλία ενός ανθρώπου που, χωρίς εναλλακτικό πλάνο, πραγματοποιεί ευθεία επίθεση στο σύστημα ενώ, μετά την τελευταία του κουβέντα, αν προλάβει να την πει, το πιο πιθανό είναι πως θα εκτελεστεί. Κι όμως, βρίσκεται στη σκηνή του ίδιου ριάλιτι, κάτω από τον ίδιο προβολέα που βρέθηκε προ μηνών η Abi, όπου και λύγισε. Κάτω από τον ίδιο προβολέα, δέχεται τα επιδοκιμαστικά σχόλια των κριτών για την τόσο παθιασμένη του ερμηνεία. Το πλήθος ζητωκραυγάζει. Μία ακόμα τραγική συναίνεση πραγματοποιείται στη σκηνή του ριάλιτι, που τοποθετεί αυτή την φορά τον Bing στον ρόλο του τηλεοπτικού επαναστάτη, με εβδομαδιαία εκπομπή, στις υπηρεσίες του τηλεοπτικού δικτύου των κριτών.

Το επεισόδιο κλείνει με την συγκλονιστική σκηνή, όπου ο Bing, ως περφόρμερ πια, ολοκληρώνει μία ακόμα ομιλία, υπό την απειλή του γυαλιού, που κρατά σταθερά στο λαιμό του, και ανανεώνει το ραντεβού με τους τηλεθεατές για την επόμενη εβδομάδα. Έπειτα, σηκώνεται για να κατευθυνθεί προς το γραφείο, κρατώντας μέσα στα χέρια του, ευλαβικά, το κομμάτι γυαλιού, το οποίο και τοποθετεί μέσα σε μια βελούδινη θήκη. Η εβδομαδιαία ιεροτελεστία, προς τιμήν του συστήματος, μετατρέπει το γυαλί, από υπενθύμιση της μόνης αλήθειας, σε υπενθύμιση της μόνιμής του καταδίκης στο ψέμα. Της μετατροπής του Bing, από βαθιά ορκισμένο εχθρό του συστήματος, σε ικανότατο υπερασπιστή του. Και κάπως έτσι μου επανέρχεται στο νου αυτή η τελευταία σκηνή, κάθε φορά που αναγνωρίζω στις ρωγμές των γύρω τοίχων μου, στις φωνές που ξεχωρίζουν από την οχλοβοή, «Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες / εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι / για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους».

(Source: giannisvassilopoulos)

historium:
“A soldier plays piano in ruined school during a war, behind him is a photo of Tito, Bosnia and Herzegovina 1992.
”

historium:

A soldier plays piano in ruined school during a war, behind him is a photo of Tito, Bosnia and Herzegovina 1992.

(via giorgos12)